White Angels

White Angels
”White Angels” Έκανε κρύο! Πολύ κρύο. Κι ο παγωμένος αέρας τού χιονιά έμπαινε σχεδόν ανενόχλητος από τις χαραμάδες των παραθύρων μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο, λικνίζοντας με χάρη την ξεφτισμένη κουρτίνα, που έμοιαζε θαρρείς όπως κουνιότανε να χαϊδεύει απαλά ένα ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι, μ’ ένα στρώμα φθαρμένο, ένα μαξιλάρι μαδημένο και μια τρύπια κουβέρτα, κάτω απ’ την οποία όμως κοιμότανε κουλουριασμένο ένα μικρό αγόρι. Που ούτε παιχνίδια είχε, ούτε βιβλία και παραμύθια, ούτε φίλους για να παίζει, μα ούτε ακόμα–ακόμα κι ένα φως επάνω στο ταβάνι για να βλέπει τριγύρω του όταν ερχότανε το απόβραδο και μετά απ’ αυτό το παγερό σκοτάδι. Παρά μονάχα για συντροφιά τα κρύα βράδια του ατέλειωτου χειμώνα είχε την λάμψη απ’ τα όνειρα του, τα οποία όταν ήτανε θλιμμένος, καλή ώρα όπως και σήμερα, για παρηγοριά τον έπαιρναν για λίγο στην αγκαλιά τους, μακριά από τούτο το καταθλιπτικό δωμάτιο. Αυτό που απ’ τα χρόνια πια, έσταζε κάθε φορά τη φθινοπωρινή βροχή, αλλά και το λιωμένο χιόνι ακριβώς επάνω στο σάπιο πάτωμα, το μαξιλάρι, την κουβέρτα και το κοντοκουρεμένο του κεφάλι. “Όπου να’ ναι πλησιάζουνε Χριστούγεννα!”, σκέφτηκε σε μια στιγμή το αγόρι και πετάχτηκε όρθιο. “Γι’ αυτό κι εγώ πρέπει να κάνω αμέσως κάτι. Κάτι όμορφο που θα δώσει χαρά στον μπαμπά, τη μαμά και τη μικρή μου αδελφή. Δώρα για παράδειγμα, ένα πλούσιο τραπέζι και μια ατμόσφαιρα γιορτινή. Όπως ακριβώς αυτή που έχουνε τα σπίτια λίγο πιο κάτω απ’ το δικό μας. Και βλέποντάς τα, άθελα μου τα ζηλεύω. Αλλά πάλι… αν πραγματικά απόψε θέλω κάτι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό, δεν πρέπει να μείνω αδρανής. Όχι! Πρέπει να το παλέψω. Να το διεκδικήσω και να μη μείνω μοναχά στη σκέψη και τα λόγια. Νομίζω πως όλα γίνονται αληθινά αν το θες πραγματικά μέσα από την καρδιά σου. Κι άλλωστε, τι με σταματάει; Όλοι τώρα… κοιμούνται. Ευκαιρία, λοιπόν, να τους κάνω μια μεγάλη έκπληξη!”. Με αργές λοιπόν κινήσεις σηκώθηκε από το κρεβάτι, μάζεψε προσεχτικά ένα–ένα τα πεταμένα του ρούχα απ’ το πάτωμα και ντύθηκε στο φτερό, για να προλάβει έτσι όσο ακόμα υπήρχε ο χρόνος να κατέβει στην αγορά, να πάει στα μαγαζιά και ξοδεύοντας τις κρυφές οικονομίες του, να κάνει τί άλλο, απ’ το… όνειρο του πραγματικότητα. «Είσαι έτοιμος; Το λοιπόν, πάρε τον κουμπαρά σου κι εξαφανίσου. Φύγε όσο ακόμα έχεις καιρό. Γιατί σε λίγο το κρύο θα είναι αφόρητο, και το όνειρο θα μείνει απραγματοποίητο!», μονολόγησε και έπεσε με μιας στα γόνατα, ψάχνοντας στο πάτωμα τη συγκεκριμένη σανίδα, κάτω απ’ την οποία υπήρχε κρυμμένος ο μικρός του θησαυρός. «Εδώ είσαι!», είπε περίχαρος καθώς τον κρατούσε γερά στα χέρια. «Εσύ μικρό κουτί απόψε θα μας κάνεις όλους ευτυχισμένους. Αφού θα δώσεις το γέλιο πίσω ξανά στα μαραμένα χείλη τής οικογένειάς μου». Γύρισε πίσω και κοίταξε το ξεχαρβαλωμένο του κρεβάτι με τα φθαρμένα στρωσίδια και το μαδημένο μαξιλάρι που εξακολουθούσαν ακόμα όλα μαζί παρέα ένα κουβάρι να παίζουνε με την ξεφτισμένη κουρτίνα κρυφτό μες στο σκοτάδι. Και πραγματικά τώρα, για πρώτη φορά όλα εκεί μέσα στο δωμάτιο έμοιαζαν στα μάτια του αλλιώτικα. Είχαν μια έκφραση να πει κανείς αστεία, και όχι μελαγχολική όπως συνήθως. Βέβαια, το κρύο όπως πάντα, όπως κάθε άλλο χειμώνα άλλωστε, είχε διαφορετική γνώμη. Δεν αστειεύονταν, δηλαδή, ποτέ. Πάντοτε ήτανε τσουχτερό και ανυπόφορο. Τόσο, που έκανε την αναπνοή του να διαγράφεται πεντακάθαρα στον αέρα κάθε που την έβγαζε ζεστή μέσα απ’ το στόμα. «Μπρρρ!!!», είπε και φύσηξε με δύναμη ζεστό αέρα στις φούχτες του. «Εσύ παιδάκι μου δεν υποφέρεσαι με τίποτα. Φίλος δεν πιάνεσαι. Μα καλά, θα’ θελα να’ ξερα, θα μαλακώσεις ποτέ σου; Τόσο πολύ σου αρέσει να με παιδεύεις; Δεν βλέπεις ότι τα ρούχα μου είναι παλιά; Δεν βλέπεις ότι φορώ κουρέλια κι ότι τα παπούτσια μου είναι τρύπια; Τι να σου πω. Είσαι άκαρδο τελικά! Αυτό μονάχα πια καταλαβαίνει το μικρό μου το κεφάλι». Περπάτησε στις μύτες των ποδιών, σα κλέφτης ένα πράμα, μην τυχόν και τρίξουν, κάνουνε φασαρία τα σαπισμένα σανίδια από κάτω του και καταλάβουν οι γονείς του ότι είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. Κι όταν τελικά έφτασε στην πόρτα, έβαλε το αυτί του επάνω της και αφουγκράστηκε το τι πιθανώς μπορεί να γινότανε από πίσω της. Όμως, για καλή του τύχη, κανείς δεν τον είχε ακούσει να σηκώνεται. Χαμπάρι δε είχαν πάρει. Οι πάντες μες στο σπίτι όπως φαίνονταν ήτανε ακόμα σε βαθύ ύπνο. Όλοι και όλα γαλήνια και μακάρια κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου. Μάλιστα, ακόμη και το παλιό ρολόι στο τοίχο είχε αποκοιμηθεί, σταματώντας έτσι τους δείκτες του από το να γυρνούν. Γεγονός, που του έδινε βέβαια το πράσινο φως ν’ ανοίξει τώρα προσεχτικά την πόρτα, να βγει με αργά βήματα στο διάδρομο, να περάσει αθόρυβα το δωμάτιο των γονιών του, να κατέβει ανάλαφρα τη σκάλα, να φθάσει στην εξώπορτα, να την ανοίξει σιγά και να πεταχτεί τότε τροχάδην έξω. … Κατηφορίζοντας, λοιπόν, κάποια στιγμή με τα πολλά το δρόμο, τα πόδια του έμπαιναν για καλά μέσα στο χιόνι. Βλέπεις, όλη αυτή του η χρονοτριβή, είχε αναγκάσει τελικά τον κουρασμένο ήλιο να αποκοιμηθεί βαρύς επάνω σε μια βουνοκορφή, αφήνοντας έτσι ελεύθερο τον παγωμένο αγέρα να φέρει γρήγορα–γρήγορα στον ουρανό γκρίζα, βαριά σύννεφα που έριχναν πλέον ασταμάτητα στα ρούχα και το κεφάλι του τα παγωμένα τους δάκρυα. “Ελπίζω να προλάβω κι εγώ με την οικογένεια μου απόψε να χαρούμε όπως όλος ο κόσμος τον ερχομό του μικρού Χριστού!”, σκέφτηκε σταματημένος έξω από ένα σπίτι. Ένα σπίτι που έβγαζε μέσα απ’ τη καμινάδα του όλη τη θαλπωρή, όλη την αγάπη, την στοργή, την φροντίδα, την σιγουριά, την ασφάλεια και την χαρά. Συναισθήματα, αναμφίβολα, για τον ίδιο τώρα πρωτόγνωρα. Μοναδικά. Μια ανεπανάληπτη χαρμονή, η οποία πάλι αναμιγνύονταν με τις υπέροχες μυρωδιές απ’ το γιορτινό τραπέζι, όλων των λογιών δηλαδή τις λιχουδιές, τα εδέσματα, αλλά και το φεγγοβόλημα αυτό απ’ τα πολύχρωμα λαμπιόνια, τυλίγοντας τον έτσι αργά μέσα σε ένα κουκούλι ζεστό, απ’ το οποίο δεν ήθελε να βγει, καθώς του απάλυνε τον πόνο απ’ την ψυχή και του έδιωχνε το κρύο απ’ το ξυλιασμένο του σώμα. Το χιόνι όμως είχε αρχίσει να γίνεται πιο πυκνό. Έπεφτε και έπεφτε δίχως σταματημό, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι είχε φτάσει μέχρι τα γόνατα του. Τότε, ανοιγόκλεισε κανα δυο φορές τα μάτια, κι αφού διέλυσε με κάπως άκομψο τρόπο την ονειροφαντασία του, συνέχισε και πάλι το δρόμο του για τη πόλη. Για τα μαγαζιά βασικά, που τον περίμεναν όπως ήθελε να πιστεύει για να ξοδέψει τα λεφτά του σε δώρα μέχρι και την τελευταία δεκάρα. Κάπου–κάπου όμως, σταματούσε και έριχνε πίσω του μια ματιά. Και πάντα δυστυχώς αντίκριζε το ίδιο ακριβώς πράγμα. Την ίδια ανατριχιαστική αντίθεση. Το σπίτι του θεοσκότεινο να θάβεται κυριολεκτικά σαν ερείπιο κάτω από τις λευκές νιφάδες χιονιού. Μια εικόνα που του έφερνε ασταμάτητα δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα τα οποία έβγαιναν ζεστά και κατέληγαν κατεψυγμένα απ’ τα μάγουλα μπροστά στα πόδια του σα μικροσκοπικά διαμάντια, βγαλμένα αυτά μέσα από τα έγκατα της πονεμένης του καρδιάς. «Όλα θ’ αλλάξουνε απόψε!», φώναξε κάποια στιγμή με δύναμη για να το πιστέψει. Και ξαναγύρισε μπροστά, αρχινώντας πεισμωμένος με δυσκολία και πάλι το περπάτημα. Νύχτα πια έφτασε στη πόλη το αγόρι. Όταν οι μαγαζάτορες δυστυχώς άρχιζαν σιγά–σιγά ο ένας μετά τον άλλο σα συνεννοημένοι μπροστά στα μούτρα του να κατεβάζουνε ρολά. Αφού έβλεπαν τώρα καθαρά ότι η αξιόλογη, η… καθώς πρέπει, η προνομιούχα αλλά και πάνω απ’ όλα … φορτωμένη πελατεία τους πλέον ήταν λιγοστή. Κι όσο μάλιστα περνούσε η ώρα, κι ο επερχόμενος χιονιάς γινόταν ολοένα πιο απειλητικός από πάνω, τόσο περισσότερο οι… τυχεροί τσιρίζοντας, μάζευαν πανικόβλητοι τις ξέχειλες σακούλες με τα δώρα, τραβούσαν τα κακομαθημένα παιδιά τους όπως–όπως απ’ τα χέρια και σκορπούσαν στους γύρω δρόμους και τα στενά που περίμεναν πάλι με τις μηχανές τους αναμμένες σειρά τα πολυτελή τους αυτοκίνητα. Μια κατάσταση αναμφίβολα γύρω του κάπως τρελή. Απ’ την άλλη όμως και λογική. Μιας και υπήρχε η πιθανότητα αν αργούσαν έστω και λίγο παραπάνω, να εγκλωβιστούν τότε και να μην καταφέρουν ποτέ να γιορτάσουν όλοι μαζί σαν οικογένεια με φίλους και συγγενείς τη γέννηση του μικρού Χριστού. Την αλήθεια απόψε, μονάχα ένας τρελός θα τολμούσε να κονταροχτυπηθεί στα ίσια με την κακοκαιρία. Με τα μεγάλα, τα βαριά και άγρια σύννεφα που έσερναν ξοπίσω τους αμέτρητες βροντές και αστραπές. Ή πάλι ένας πολύ απελπισμένος, όπως ήτανε ο ίδιος. Βλέποντας τότε αυτή την κατάσταση, έτρεξε αμέσως στην πρώτη εύκαιρη βιτρίνα που είδε με χριστουγεννιάτικα δώρα. Τώρα, έπρεπε να είναι γρήγορος. Πολύ γρήγορος. Χρόνο άλλο διαθέσιμο για χάσιμο δεν είχε. Τα περιθώρια είχαν στενέψει αρκετά. Είχε αργήσει. Και οι καταστηματάρχες έκλειναν, κι ένας–ένας έφευγαν κι αυτοί. Ήταν γεγονός. Βιάζονταν να φύγουν. Γι’ αυτό το λόγο κι έσβηναν άρον–άρον και τα φώτα. Διότι ο αγέρας γύρω λυσσομανούσε σα θεριό ανήμερο. Καθώς σχεδόν μονάχος πια, ανενόχλητος περνούσε τρέχοντας μέσα από τα έρημα στενά, τα μαγαζιά και τη μικρή πλατεία, θεριεύοντας έτσι ολοένα και πιο πολύ εμπρός τους. Με μια γρήγορη ματιά, σάρωσε όλα τα παιχνίδια και κατέληξε τελικά για την αδελφή του πρώτα σε μια κούκλα που είχε αγγελικό πρόσωπο, λυγερή κορμοστασιά, ένα μεταξωτό φουστάνι κι ένα στέμμα πριγκιπικό, με διαμάντια και πολύχρωμα πετράδια να στολίζουν τα μακριά ξανθά της μαλλιά. «Αυτήν θα πάρω για τη μικρή μου αδελφή!», είπε και πριν προλάβει να χαρεί, είδε πιο κάτω, πάνω δηλαδή στο πόδι της, την τιμή να δεσπόζει μεγαλοπρεπής και να του φωνάζει: «Όχι, όχι. Είμαι ακριβή! Μακριά από μένα εσύ. Δεν βλέπεις καλέ ότι δεν κάνω εγώ για σένα; Ψάξε αλλού. Γιατί δεν έχει τόσα χρήματα ο κουμπαράς σου ώστε να με κάνεις δικιά σου!!!». Ξαφνικά, ο κόσμος γύρω του κατέρρευσε. Και στην εύθραυστη, τη πληγωμένη του ψυχή γινήκανε ακόμα περισσότερα ραγίσματα, απ’ τα οποία έβγαιναν σαν τον ατμό σωρό τα συναισθήματα. Απογοήτευση, πικρία και ένα μεγάλο γιατί! Ένα παράπονο δηλαδή, που σήκωνε τα φθαρμένα του τα ρούχα κι άφηνε τον αέρα να μπαίνει φουριόζος και να τον παγώνει. “Όλα θ’ αλλάξουνε απόψε!”, θυμήθηκε όμως ότι είχε ξεστομίσει. Με αποτέλεσμα έτσι χωρίς να το πολύ σκεφτεί, αμέσως σαν το ελατήριο να πεταχτεί στην ακριβώς διπλανή βιτρίνα. Μόνο που αυτή για κακή του τύχη δεν ήτανε τόσο… φανταχτερή, καθώς πίσω από τη σκόνη και την εγκατάλειψη, έκρυβε παλιά, μεταχειρισμένα παιχνίδια. Και μάλιστα τόσο κακοποιημένα, που έλειπαν από πάνω τους ολόκληρα κομμάτια. Παρόλα αυτά όμως, δεν απελπίστηκε. Δεν αποκαρδιώθηκε. Δεν το έβαλε όπως και πριν κάτω. Αλλά αντιθέτως όλος χαρά τη σάρωσε ξανά από πάνω έως κάτω, και κατέληξε στο τέλος σε μια κούκλα που αν και της έλειπε ευτυχώς μόνο ένα πόδι, ήταν τουλάχιστον από όλες τις άλλες η πιο όμορφη. Όπως επίσης και η μόνη που ήταν ντυμένη. Κι ας ήταν –δεν πειράζει– αυτό που φορούσε όμοιο μ’ ένα κουρέλι. Όμοιο ένα πράμα με τα ρούχα του. Στο φινάλε, του αρκούσε που είχε επάνω της ένα χρώμα. Ξεθωριασμένο μεν απ’ τον χρόνο, αλλά τέλος πάντων ένα χρώμα. «Αυτήν θα πάρω για τη μικρή μου αδελφή, κι ας είναι… χτυπημένη!», είπε και μπήκε αμέσως μέσα στο μαγαζί των χρησιμοποιημένων και φθηνών παιχνιδιών για την κάνει επιτέλους δική του. … Και ελάχιστα λεπτά μετά, ήταν και πάλι στο δρόμο με την πρώτη του αγορά, με το απόκτημα του φυλαγμένο σε μία χάρτινη σακούλα, περίχαρος να τρέχει και να την επιδεικνύει, λες και είχε κάνει τώρα το μεγαλύτερο κατόρθωμα στη ζωή του. Στη συνέχεια ωστόσο, χωρίς καθυστέρηση, κίνησε για να βρει δώρο για τη μητέρα του. Το πρόσωπο που υπεραγαπούσε όσο τίποτε άλλο στην πλάση. Αφού ήτανε ο άνθρωπος που τον είχε φέρει στη ζωή. Αυτή που του είχε χαρίσει ζωντάνια, μια ευαίσθητη ψυχή και μια μεγάλη καρδιά η οποία με κάθε χτύπο της, σκορπούσε απλόχερα και έραινε τον κόσμο γύρω με… ροδοπέταλα. Μπροστά στη βιτρίνα λοιπόν με τα γυναικεία ρούχα, δεν χρειάστηκε ετούτη τη φορά να την σαρώσει, αλλά μήτε και πολύ χρόνο για ν’ αποφασίσει ότι το φόρεμα αυτό το λευκό, το από μετάξι καμωμένο, που ίδιο με αγγέλου ρούχο, πλούσιο κι αστραφτερό κατέβαινε ανάλαφρο από τον ουρανό μπροστά στα έκθαμβα μάτια του, ήταν τελικά αυτό που θα ήθελε πολύ να φορέσει απόψε την παραμονή των Χριστουγέννων η μητέρα του. Όμως, κι εδώ πάλι, δυστυχώς η τιμή είχε αντίθετη γνώμη με την επιθυμία του. Είχε δηλαδή τόσα μηδενικά γραμμένα στο ταμπελάκι, που μόλις τα είδε σάστισε. Ζαλίστηκε και θάμπωσε η οικουμένη γύρω του. Αφού πλάκα–πλάκα τώρα, θα χρειαζόταν χρόνια και χρόνια οικονομίες, όπως επίσης και αμέτρητους κουμπαράδες για να χωρέσουν στο τέλος μέσα τους την αξία αυτή μιας ανθρώπινης τελικά κατασκευής, με αντίτιμο ωστόσο εξωπραγματικό. Χωρίς να αποθαρρυνθεί, απλά χαμογέλασε και έστρεψε αμέσως το βλέμμα του αλλού, μολονότι που του ήταν κάπως δύσκολο να το ξεκολλήσει. Βέβαια, δεν άργησε και πολύ η ματιά του να πέσει τελικά σε ένα άλλο μαγαζί, το οποίο αν και εκ πρώτης όψεως δεν είχε τόσο όμορφα ρούχα όσο το συγκεκριμένο που είχε πρωτοδεί, παρόλα αυτά του έδινε την εντύπωση πως εκεί μέσα μάλλον θα έβρισκε κάτι το οποίο θα μπορούσε να το σηκώσει η πλάτη του κουμπαρά του. Πέρασε το λοιπόν απέναντι το δρόμο, και χωρίς καν να σταματήσει μπρος στη βιτρίνα, μπήκε φουριόζος μέσα στο κατάστημα, βγαίνοντας σχεδόν αμέσως –σα να είχε κάνει μεταβολή ένα πράμα– με μία πλαστική σακούλα στα χέρια. “Αυτή η ζακέτα θα αρέσει πολύ στη μαμά. Είμαι σίγουρος γι’ αυτό! Γιατί πολύ απλά θα την κρατάει ζεστή. Τώρα ειδικά που κάνει κρύο, και δεν έχουμε άλλα ξύλα να κάψουμε στο τζάκι. Ναι, ναι. Θα την ευχαριστηθεί. Και δεν πειράζει που είναι σε μερικά σημεία ξηλωμένη. Άλλωστε, η μαμά ξέρει να ράβει. Πιάνουν τα χεράκια της. Αμέσως θα την κάνει σα καινούργια!”, σκέφτηκε και απομακρύνθηκε μετρώντας συνεχώς στις παλάμες του τα λεφτά που του είχαν απομείνει. Περπατώντας σκεφτικός με το κεφάλι να κοιτάει διαρκώς τα τρύπια του παπούτσια, μια μυρωδιά αιθέρια, μια ευωδιά μαγική, μια οσμή παραδεισένια τον τράβηξε ξαφνικά απ’ τη μύτη και του σήκωσε απότομα το κεφάλι ψηλά, για να δει τότε λίγα μέτρα εμπρός του ένα μαγαζί που πνίγονταν κυριολεκτικά μέσα στην τσίκνα. Δεκάδες καλοψημένες γαλοπούλες με κάστανα τριγύρω στολισμένες, έβγαιναν απ’ το φούρνο και μεταφέρονταν πάνω σε μεγάλα ταψιά μπροστά σ’ ένα παράθυρο, κακαρίζοντας επιδεικτικά από κει στον κόσμο να’ ρθει στα γρήγορα για να τις πάρει, ώστε να γευτούν έτσι ζεστή την άριστα μαγειρεμένη σάρκα τους, πριν προλάβει τελικά ετούτη και κρυώσει, γίνει, δηλαδή, απ’ το κρύο έξω, ίδια με σόλα παπουτσιού. Προχώρησε διστακτικά. Με την ιδέα και μόνο, άθελα του τού έτρεχαν τα σάλια. Το στομάχι του παραπονεμένο απ’ την πείνα γουργούριζε δυνατά, και το κεφάλι του ζαλισμένο τον έκανε να παραπατάει από δω κι από κει σα μεθυσμένος. Μια εικόνα πραγματικά για κλάματα, που, χωρίς ποτέ του όμως να το φανταστεί, ανάγκασε το αφεντικό τού μαγαζιού βλέποντας τον σκιαγμένος ως μια κινούμενη, πεινασμένη, απειλητική και άθλια μαζί ύπαρξη που είχε βάλει για στόχο τα αχνιστά πουλιά του, χωρίς δισταγμό να πεταχτεί έξω για να του δώσει γρήγορα–γρήγορα σε μια λαδόκολλα κάποια κοκαλάκια που είχε προφανώς μαζέψει για τα σκυλιά, μόνο και μόνο τώρα για να τον ξεφορτωθεί, μιας και η παρουσία του εκεί εκτός του ότι τον έκανε ρεζίλη, απέτρεπε απ’ την άλλη και τους λιγοστούς, τους αργοπορημένους… καθώς πρέπει πελάτες που είχαν απομείνει στην αγορά να πλησιάσουν για να ολοκληρώσουν με μια θεσπέσια γαλοπούλα τα εορταστικά τους ψώνια. Ταπεινωμένος όσο ποτέ, έβαλε αμέσως τα κλάματα. Έσκυψε ξανά το κεφάλι προς το χιονισμένο δρόμο, και χωρίς καμία διάθεση πια να συνεχίσει τα ψώνια, κίνησε για να φύγει. Να ξεκουμπιστεί, να εξαφανιστεί αν ήταν δυνατόν μιαν ώρα αρχύτερα απ’ την γρουσούζα πόλη αυτή που, πριν ακόμα γεννηθεί ο μικρός Χριστός, ήδη απ’ την κοιλιά της μάνας του τον είχε… σταυρώσει, πληγώνοντας ουσιαστικά τη ψυχή ενός ανυπεράσπιστου κι ευάλωτου παιδιού. Τη ψυχή του, δηλαδή. Η οποία πικραμένη τόσο, έσταζε και έσταζε συνεχώς σωρό τα δάκρυα απ’ τα μάτια του, μετατρέποντας έτσι και το αφράτο χιόνι από κάτω σε μια απαίσια τώρα λάσπη. Στον δύσκολο δρόμο του γυρισμού, παρηγοριά μέσα στη χιονοθύελλα, την λευκή αντάρα, του κρατούσε η αναπνοή του. Αλλά και τα δώρα φυσικά που κρατούσε σφιχτά μέσα στα χέρια. Η μονοπόδαρη κούκλα της αδελφούλας, η ξηλωμένη και παλιά ζακέτα της μαμάς, καθώς και τα περισσεύματα, τα κοκαλάκια αυτά της ντροπής ενός λαχταριστού φαγητού που ήταν όπως φαίνεται προορισμένο γι’ άλλους. Κι όχι τώρα για τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού!!! Όχι για τους… φτωχούς, τους κατώτερους και περιφρονημένους ανθρώπους επάνω στη γη! Περπατώντας για κάμποσο μέσα στη πόλη, σε κάποια στιγμή χωρίς να το καταλάβει, έφτασε στα όριά της. Και τότε έτσι όπως πήγαινε σκυφτός, λίγο πριν αφήσει την αίγλη τη γιορτινή και μπει ξανά στο σκοτάδι και την κατάθλιψη του δρόμου της επιστροφής προς το σπίτι, ξάφνου πήρε το μάτι του δίπλα μία φιγούρα να κάθεται κι αυτή σκυφτή σε κάτι παγωμένα σκαλοπάτια. Σταμάτησε αμέσως και γύρισε το κεφάλι, για ν’ αντικρίσει περιέργως ένα μικρό κορίτσι με μια κουκούλα στο κεφάλι, κουβάρι να κουνιέται και απλά μονάχο του να νανουρίζεται. “Θεέ μου! Γιατί να είναι μόνο τέτοιες μέρες, ε; Γιατί; Πού είναι οι γονείς του, μου λες; Μα καλά, δεν το λυπάσαι;”, είπε από μέσα του και χωρίς να το πολύ σκεφτεί, έβγαλε από τη χάρτινη σακούλα τη κουτσή κούκλα που είχε αγοράσει για την αδελφή του, και με μεγάλη χαρά την άφησε επάνω στα παγωμένα χεράκια του κοριτσιού, ελπίζοντας τις κρύες νύχτες η παρουσία και τα ξεθωριασμένα χρώματά της να της κρατούνε συντροφιά. Έσκυψε και πάλι το κεφάλι προς το χιονισμένο μονοπάτι και χωρίς να πει κουβέντα, έφυγε. Κι όσο απομακρύνονταν, τόσο περισσότερο δεν ήθελε να κοιτάξει πίσω του. Διότι δεν το άντεχε. Δεν ήθελε με τίποτα τα μάτια του να δουν και ν’ αποτυπώσουν μία κατάσταση που έμοιαζε να είναι τελικά πολύ χειρότερη απ’ τη δική του. Καλύτερα ας έμενε με την εντύπωση πως όλα τα δεινά τού κόσμου, τα κουβαλούσε σα σταυρό μονάχα η δική του αδύναμη πλάτη. Και πως έτσι όλοι κι όλα γύρω του ήταν τέλεια. Αρμονικά κι ευτυχισμένα να συνυπάρχουν. Λίγο πιο κάτω όπως πήγαινε, έχοντας πάντα το κεφάλι σκυφτό, με την άκρη του ματιού του πάλι είδε μια ισχνή γυναικεία φιγούρα να κάθεται ολομόναχη κι απελπισμένη στην άκρη του χωματόδρομου και απλά να χειρονομεί, προσπαθώντας –ποιος ξέρει τώρα– να τα βάλει μάλλον με τον μανιασμένο άνεμο που είχε βαλθεί όπως φαίνεται να την μαστιγώνει άγρια με τα λιγοστά, τα μαδημένα της λευκά μαλλιά. “Βασανίζεται η κακομοίρα”, σκέφτηκε, “κι από την άλλη πάλι όπως βλέπω κρυώνει απίστευτα. Θεέ μου! Γιατί; Γιατί να υποφέρει τόσο μια γυναίκα που θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν κι η μητέρα μου; Πού να’ σαι τώρα άραγε για να την βοηθήσεις και να την προστατεύσεις Θεέ μου, ε;”. Και χωρίς να το πολύ σκεφτεί, έβγαλε απ’ την πλαστική σακούλα την παλιά ζακέτα που είχε αγοράσει για την μαμά, κι έτσι απλά τής την ακούμπησε στα ξυλιασμένα της χέρια. Τότε όμως, η γυναίκα έσκυψε απότομα και του έπιασε τα δικά του χέρια, τρομάζοντας τον, αλλά και συνάμα φέρνοντάς τον ξαφνικά σε αμηχανία. Σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς δεν αποκλείονταν η κίνηση βοηθείας του να είχε από μέρους της παρεξηγηθεί. Όμως πριν προλάβει ν’ αντιδράσει και να δικαιολογηθεί… «Σ’ ευχαριστώ πολύ καλό μου αγόρι! Θα το θυμάμαι για πάντα αυτό!!!», του είπε κι αμέσως του τα φίλησε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης. Συγκινημένος απ’ την κίνησή της, απλά βούρκωσε. Γιατί ένιωθε τώρα έντονα μέσα του πως τίποτα τελικά στο κόσμο, ούτε καν το ακριβότερο δώρο σε όλο το πλανήτη, δεν μπορούσε να συγκριθεί σε αξία με την αγαλλίαση που του προσέφερε η πράξη αυτή ευσπλαχνίας του απέναντί της. Προχώρησε για αρκετή ώρα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, έχοντας για συντροφιά μόνο τα σφυρίγματα του αέρα και το τσουχτερό κρύο. Όταν κάποια στιγμή εκεί που πήγαινε, αντιλήφθηκε κάτι να τον ακολουθεί. Σταμάτησε επιτόπου όπως ήταν και αφουγκράστηκε το χώρο. Τίποτα. “Η ιδέα μου θα ήταν μάλλον”, σκέφτηκε και συνέχισε να περπατά. Λίγο πιο κάτω όμως, να σου και πάλι το ίδιο πράγμα. «Όποιος κι αν είσαι φανερώσου τώρα αμέσως!», φώναξε φοβισμένος. «Αρκετά. Νομίζω πως δεν είναι ώρα γι’ αστεία. Ούτως ή άλλως, ένα μικρό παιδί είμαι που πηγαίνω απλά στο σπίτι τα δώρα που αγόρασα για την οικογένειά μου». «Γαβ, γαβ, γαβ!!!», ήταν όμως η απάντηση. Ξαφνιασμένος πολύ απ’ την μη ανθρώπινη απόκριση, γύρισε πίσω του και τι να δει τότε;  Ένα μικρό σκυλάκι φυσικά που τον ακολουθούσε πιστά από πίσω. «Ω, καλό σκυλάκι. Μα καλά, πώς βρέθηκες εσύ εδώ μονάχο μέσα σε τούτη την παγωνιά, μου λες; Μήπως τ’ αφεντικά σου και τα παιδιά τους αφού σε κάτσιασαν για τα καλά, μετά σε βαρέθηκαν και σε πέταξαν αφού τους ήσουν άχρηστο στους πέντε δρόμους; Και γυρεύοντας τροφή, κάποια στιγμή χάθηκες; Μάλλον. Πάντως, μεταξύ μας, εδώ που ήρθες φιλαράκο μου, σίγουρα δεν θα βρεις τίποτα για να φας. Κι όπως βλέπω είσαι πολύ αδύνατο. Πολύ αδύναμο, κουρασμένο και ταλαιπωρημένο. Καημενούλη μου. Τί σου έμελλε να πάθεις Χριστουγεννιάτικα. Αλλά πάλι… τι λέω! Μίλα καλέ κι εσύ. Μη ντρέπεσαι. Αφού έχεις φωνή. Εγώ απλά ο χαζός το ξέχασα τελείως. Έλα, έλα. Μη μου στεναχωριέσαι. Απόψε είσαι πολύ τυχερό. Σου λέω το τυχερότερο σκυλί του κόσμου. Γιατί ο φίλος σου έχει κάτι πολύ νόστιμο για σένα. Να, κοίτα. Καλοψημένα κόκαλα γαλοπούλας. Και μη τα βλέπεις έτσι. Έχουν μπόλικο φαΐ επάνω τους. Είμαι σίγουρος ότι θα την κάνεις ταράτσα την κοιλιά σου», είπε κι άνοιξε πάνω στο χιόνι τη λαδόκολλα με τα… περισσεύματα που κουβάλαγε ως κόρη οφθαλμού για το γιορτινό τραπέζι. Τότε, ο μικροκαμωμένος σκυλάκος αμέσως όρμησε επάνω τους και άρχισε πρώτα να τα γλύφει, μετά να τα μασουλά και στη συνέχεια να τα κατεβάζει σχεδόν αμάσητα στην κολλημένη του –απ’ την πείνα– κοιλιά. Βλέποντας το σκυλάκι να τρώει λαίμαργα, κουνώντας ασταμάτητα απ’ τη χαρά του την ουρά πέρα–δώθε, του χάιδεψε ευχαριστημένος το κεφάλι, κι αφού έμεινε για λίγο συντροφιά του, σηκώθηκε και πάλι να φύγει. Πριν όμως προλάβει να κάνει έστω κι ένα βήμα, ακούστηκε μία ανδρική φωνή τώρα να του ζητάει απεγνωσμένα ελεημοσύνη: «Πεινάω! Βοηθήστε με καλέ. Πεινάω! Δεν θα μου δώσετε κι έμενα καλό παιδί κατιτίς για να φάω;». Κοίταξε δεξιά, κοίταξε αριστερά. Πίσω του και εμπρός. Τίποτα, όμως. Όταν δευτερόλεπτα μετά, μέσα απ’ το απόλυτο σκοτάδι εμφανίστηκε εντελώς από το πουθενά μια σκιά πάρα μα πάρα πολύ αδύνατη. Σαν αερικό ένα πράμα, που έμοιαζε να είχε ξεμείνει για χρόνια μόνο κι έρημο μέσα σ’ αυτό το κρύο, παλεύοντας προφανώς να βρει κάποιον περαστικό, κάποιον τυχαίο διαβάτη –καλή ώρα– για να του απλώσει το χέρι. Το θέαμα μπροστά του ήσαν λυπητερό. Ο ψηλόλιγνος άνδρας με τα μακριά άσπρα μαλλιά, τα πλούσια γένια και τα ξεσκισμένα ρούχα, γονατιστός τώρα μπροστά στα πόδια του, είχε απλώσει τη παλάμη κι έτρεμε κυριολεκτικά σύγκορμος απ’ την αδυναμία, την αφαγιά και την κατάντιά του. Μια σκηνή που πραγματικά δεν μπορούσε με τίποτα να την αντέξει. Ένα θέαμα σκληρό. Ασήκωτο για την ευαίσθητη ψυχή του. Γι’ αυτό κι αμέσως χωρίς να το πολύ παιδέψει στο μυαλό του, έβαλε το χέρι μες την τσέπη και έβγαλε τη τελευταία δεκάρα που του είχε απομείνει απ’ τις οικονομίες. «Αυτή έχω μονάχα να σας δώσω κύριε. Καμία άλλη παραπάνω. Πιστέψτε με. Ειλικρινά σάς μιλώ. Τις άλλες, με μεγάλη μου χαρά απόψε τις ξόδεψα σε δώρα που ήδη πια έχω μοιράσει στη διαδρομή. Εύχομαι, λοιπόν, από καρδιάς να σας είναι αρκετή. Τόσο, όσο να σας χορτάσει αιώνια!», είπε στον άνδρα και του την ακούμπησε απλά επάνω στη παλάμη. Μια παλάμη ροζιασμένη και πληγιασμένη απ’ την καταπόνηση… Κι έτσι γι’ άλλη μια φορά η συμπόνια και η κατανόηση που έδειχνε ως προς τα προβλήματα ενός συνανθρώπου του, του έφερνε τί άλλο, μα από δάκρυα φυσικά στα μάτια. Σφάλισε για λίγο τα βρεγμένα βλέφαρά του, κι όταν τα ξανάνοιξε, γύρω του πια δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Ο μοναχικός άνδρας είχε εξαφανιστεί έτσι όπως είχε εμφανιστεί, το ίδιο ακριβώς κι ο πεινασμένος σκύλος, όπως επίσης και τα κόκαλα, αφήνοντας μονάχα πίσω τους τα τελευταία, μια λαδόκολλα να τρέχει σαν παλαβή ξοπίσω απ’ τον παιχνιδιάρη αέρα. Επομένως, δεν του έμενε παρά να πάρει τα πόδια του και να συνεχίσει σκυφτός το δρόμο της επιστροφής, μην έχοντας πλέον επάνω του τίποτα που να θυμίζει ότι είχε κάνει αυτό το δύσκολο ταξίδι. Την υπέρβαση μέσα στο κρύο για να ευχαριστήσει φυσικά πάνω απ’ όλα την οικογένεια του, αλλά και να δώσει μια νότα γιορτινή στην άχαρη, καταθλιπτική και μίζερη ζωή του. Καθώς προχωρούσε λοιπόν, αρκετά μακριά απ’ το σημείο που τάισε τον σκύλο κι έδωσε τη τελευταία του δεκάρα στον ζητιάνο, παρόλο που έβλεπε καθαρά ότι το χιόνι δεν έπαυε στιγμή να πέφτει απ’ τον ουρανό πυκνό, όλως περιέργως τότε του πέρασε απ’ το μυαλό μια σκέψη: “Πως δε μπορεί, σίγουρα κάποιος ή κάτι που βρισκόταν πιο μπροστά, του άνοιγε με τρόπο τον δρόμο, ώστε να μη κουραστεί, να μην εγκαταλείψει και πεθάνει έτσι μόνος κι αβοήθητος μέσα στο χιόνι”. Μια σκέψη, ωστόσο, που του κράτησε απασχολημένο το νου του μέχρι και τη στιγμή την οποία φάνηκαν στον ορίζοντα τα πρώτα φώτα και οι καπνοί των καμινάδων απ’ τα σπίτια που γιόρταζαν. Γεγονός που σηματοδοτούσε βέβαια ότι πλησίαζε, και ότι πολύ σύντομα θ’ αντίκριζε το αφιλόξενό του σπίτι. … Λίγο αργότερα, κατάκοπος από το ασταμάτητο περπάτημα, ξυλιασμένος απ’ το κρύο και βρεγμένος ως το κόκαλο απ’ το χιόνι, έφτασε επιτέλους εμπρός του. Για λίγο έμεινε ασάλευτος να το κοιτά, και μετά πήρε την απόφαση και άνοιξε την πόρτα, σέρνοντας κυριολεκτικά τον εαυτό του μέσα. Και συγκεκριμένα στο σαλόνι, όπου τίποτε εν τι απουσία του δεν είχε φυσικά αλλάξει. Αφού το τραπέζι παρέμενε αδειανό, το τζάκι σβηστό γεμάτο από παλιές στάχτες, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μαραμένο και χωρίς ούτε ένα στολίδι, αλλά και όλα τα φώτα σβηστά. Μια κατάσταση γενικά που του έφερνε τρέλα. Βαρύς απ’ την στεναχώρια του ανέβηκε με δυσκολία ένα–ένα τα σκαλιά, με σκοπό τώρα να πάει στο δωμάτιο όπου κοιμόντουσαν οι γονείς και η αδελφή του, για να τους πει τουλάχιστον το τί ακριβώς είχε περάσει αυτή την παραμονή Χριστουγέννων. Όμως, προς μεγάλη του έκπληξη, όταν άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου, είδε ότι ήταν κι αυτό άδειο. Κι όταν λέμε άδειο, κυριολεκτικά άδειο. Όχι μόνο δεν έλειπαν οι γονείς και η αδελφή του, αλλά απουσίαζαν ακόμη και τα έπιπλα. Το κρεβάτι δηλαδή, μιας και δεν υπήρχε βασικά τίποτε άλλο το ιδιαίτερο εκεί μέσα. «Μα πού πήγαν όλοι κι όλα;;; Αποκλείεται να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ή πλάκα μού κάνουν ή βλέπω όνειρο, δεν εξηγείται αλλιώς!», φώναξε και πριν προλάβει να ξεστομίσει κάτι άλλο, άκουσε απ’ έξω… γαβγίσματα. Τότε, ξεχνώντας αμέσως την κούραση και την στενοχώρια του, έβαλε τα πόδια στους ώμους και έφυγε σφαίρα προς το παράθυρο του δωματίου του, μιας κι από κει αντιλαμβάνονταν ότι ερχότανε η φασαρία του σκύλου. Με τις παλάμες και τα μούτρα του κολλημένα σα βεντούζα πάνω στο τζάμι, έκπληκτος αντίκριζε όχι μονάχα τον πεινασμένο σκύλο όπως φυσιολογικά περίμενε, αλλά όλως περιέργως και το μικρό κορίτσι που είχε δει να κάθεται στα σκαλοπάτια με την κουκούλα στο κεφάλι, όπως επίσης την ισχνή γυναίκα που είχε δει στην άκρη του δρόμου να τουρτουρίζει απ’ το κρύο και να παλεύει να διώξει απ’ τα μούτρα της τα μαλλιά, καθώς και τον ζητιάνο που είχε συναντήσει στο πουθενά με τα μακριά άσπρα μαλλιά και τα πλούσια γένια, όλοι μαζί τώρα αγκαλιά να τον κοιτούν κατάματα και να τον χαιρετούν. Είτε με τα χέρια, είτε με την… ουρά!!! Σαστισμένος πολύ απ’ το θέαμα, έβγαλε ενστικτωδώς μια κραυγή, η οποία όμως του θόλωσε απότομα το τζάμι. Έκανε τότε βιαστικά να το καθαρίσει, αλλά δυστυχώς είχε χάσει πολύτιμο χρόνο, γιατί πέφτοντας το χιόνι συνεχώς πυκνό, δεν του επέτρεπε τώρα αφού το’ χε σκουπίσει, ν’ αποκτήσει την πρότερη επαφή που είχε με τον εξωτερικό χώρο. Παρόλα αυτά όμως, δεν το έβαλε κάτω. Μιας και από φύσης του ήταν πάντα μαχητής και πεισματάρης. Γι’ αυτό λοιπόν και κόλλησε για δεύτερη φορά τα μούτρα του στο τζάμι, κι ανοίγοντας όσο το δυνατόν γινόταν περισσότερο τα μάτια του διάπλατα, κατάφερε τελικά με δυσκολία κάπου εκεί στο βάθος ν’ αναγνωρίσει τις τρεις ανθρώπινες φιγούρες να χάνονται αργά με τον σκύλο πάντα πλάι τους στο απέραντο λευκό. Και καθώς λοιπόν τις κοίταζε θλιμμένος που τον άφηναν μόνο, ξάφνου τότε τού φάνηκε αυτές σα να’ χανε θαρρείς στις πλάτες τους… φτερά. Ναι. Λευκά φτερά. Ίδια με αυτά που έχουνε οι άγγελοι. Φτερά που φτερουγίζανε χαρούμενα καθώς ετοιμάζονταν πια να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια. Με το που χάθηκαν τελείως, γύρισε το βλέμμα του στο σκοτεινό δωμάτιο. Για να το δει τότε ανέλπιστα φωτεινό. Στολισμένο από τοίχο σε τοίχο σα Χριστουγεννιάτικο δέντρο με μικρά και μεγάλα αστέρια. Αλλά κι ένα ολόγιομο φεγγάρι στη κορυφή, που γύρω του γυρνούσαν όπως το καρουσέλ μπαμπακένια συννεφάκια, πάνω στα οποία ξαπλωμένος ο ίδιος έβλεπε από την οροφή του κόσμου ολάκερη την πλάση. Τις θάλασσες και τις ξηρές της, τα ζώα, τα φυτά και τους ανθρώπους της, να γιορτάζουνε αρμονικά και ευτυχισμένα, κρατώντας ευλαβικά στην απίστευτα μεγάλη και πολύχρωμη αγκαλιά τους τον νεογέννητο Χριστό. «Χα. Ωραίο πάλι και τούτο!», είπε και… ξύπνησε. Κοίταξε τότε αριστερά του και υπήρχανε πολλά κρεβατάκια στη σειρά, πάνω στα οποία κοιμόντουσαν ακόμα κάτι αγοράκια κοντοκουρεμένα. Ακριβώς όπως κι ο ίδιος. Κοίταξε δεξιά του και υπήρχανε εξίσου άλλα τόσα πολλά κρεβατάκια στη σειρά, πάνω στα οποία όμως κοιμόντουσαν κάτι εύθραυστα κοριτσάκια. «Α, καλά. Κατάλαβα!», ψιθύρισε και σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι με ανάμεικτα συναισθήματα, καθώς δεν ήξερε τώρα αν έπρεπε να χαίρεται ή να λυπάται. Φόρεσε καθιστός τα ρούχα και τα παπούτσια του, με σκοπό να πάει στο μπάνιο για να ρίξει λίγο νερό στη μούρη, μπας κι έτσι η ρουτίνα της καθημερινότητας… ξέπλενε από πάνω του γενικώς το όνειρο, όταν πριν προλάβει να σηκωθεί απ’ τη θέση του, εμφανίστηκε εμπρός του μια μαυροφορεμένη γυναίκα που είχε μια μύτη γαμψή με μια ελιά επάνω της τριχωτή. «Αγόρι μου, ακολούθησε με φρόνιμα σε παρακαλώ πολύ ως το προαύλιο», είπε πιάνοντας του παράλληλα για σιγουριά το χέρι. Τώρα, πραγματικά έτρεμε απ’ τον φόβο του. Απ’ το μυαλό του περνούσαν συνεχώς μόνο τα χειρότερα. Ήθελε να τραβήξει το χέρι του και να φύγει. Να τρέξει όσο το δυνατόν γινόταν πιο μακριά απ’ αυτή την άσχημη γυναίκα. Να το σκάσει για πάντα απ’ αυτό το απαίσιο μέρος. Γιατί την αλήθεια, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν αυτό που ζούσε ήτανε ακόμη στ’ όνειρο ή ήταν δυστυχώς η σκληρή πραγματικότητά του… Φθάνοντας τελικά με τα πολλά στο προαύλιο, η μαυροντυμένη γυναίκα τού άφησε το χέρι, και πριν φύγει, κουνώντας ελαφρώς λοξά το κεφάλι και τα μάτια, του υπέδειξε με νόημα προς τα πού συγκεκριμένα να κοιτάξει. … Λίγα μέτρα μακριά του στεκόταν πλάι από ένα ακριβό αυτοκίνητο ένας ψηλόλιγνος άνδρας με άσπρα μαλλιά, περιποιημένα γένια και όμορφα ρούχα. Η μορφή του ήταν κάπως σοβαρή. Αλλά πάλι έδειχνε κατά βάθος να είναι άνθρωπος ευγενικός, καλοσυνάτος και με μόρφωση. Γι’ αυτό και τον πλησίασε, έχοντας όμως διαρκώς το αίσθημα ότι από κάπου τον είχε ξαναδεί. Κάπου, κάποτε τον είχε συναντήσει, μα δεν θυμόταν τώρα όμως το πού και το πότε ακριβώς. «Έλα παιδί μου, μπες μες στο αμάξι, μη με φοβάσαι. Ήρθε επιτέλους η ώρα να γνωρίσεις και τους… άλλους! Έλα, βιάσου. Μας περιμένουνε με αγωνία. Μην αργείς.», είπε σιγανά αυτός ο άνδρας. Μπήκε τελικά στο αυτοκίνητο και διστακτικά βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα. Κι όταν αυτό πέρασε γρήγορα την πύλη, γύρισε τότε και κοίταξε πίσω. Με μεγάλα, σκαλιστά γράμματα στην σιδερένια πόρτα, έγραφε: “ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟ”. Λίγο αργότερα, αφού το αυτοκίνητο διένυσε μια μεγάλη απόσταση στην χιονισμένη εξοχή, σταμάτησε τελικά εμπρός σε ένα πανέμορφο σπίτι. Ετούτο ήταν στολισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη και η καμινάδα του έβγαζε όλες τις μυρωδιές του γιορτινού τραπεζιού, αλλά και όλη τη θαλπωρή, όλη την αγάπη, την στοργή, την σιγουριά, την φροντίδα, την προστασία, την ασφάλεια και την χαρά που όλα αυτά τα χρόνια μόνος είχε λησμονήσει. «Αυτό ήταν παιδί μου. Φθάσαμε επιτέλους στο… σπίτι μας!!!», του είπε σε μια στιγμή ο άγνωστος ακόμα άνδρας, σπάζοντας έτσι τη σιωπή και τον πάγο αναμεταξύ τους. Βγήκε με τον ίδιο δισταγμό κι αμηχανία έξω απ’ το αυτοκίνητο, και τί να δει τότε; Μπρος στα σκαλιά ένα μικρό κοριτσάκι με μια κουκούλα στο κεφάλι να κάθεται και να παίζει με μια κούκλα που είχε αγγελικό πρόσωπο, λυγερή κορμοστασιά, ένα μεταξωτό φουστάνι κι ένα στέμμα πριγκιπικό, με διαμάντια και πολύχρωμα πετράδια που στόλιζαν τα μακριά ξανθά της μαλλιά. “Αποκλείεται να το βλέπω αυτό στ’ αλήθεια. Δεν μπορεί να μου συμβαίνει κάτι τέτοιο. Είναι ψέματα. Θα τρελαθώ! ”, σκέφτηκε και τότε άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και βγήκε γαβγίζοντας ένας σκύλος που κουνούσε χαρούμενος ασταμάτητα την ουρά του. Για να τον ακολουθήσει αμέσως μετά από πίσω και μια γυναίκα με πλούσια μαλλιά που της τα’ παιρνε ο αέρας και της τα’ φερνε με φόρα μες στα μούτρα, η οποία μάλιστα φορούσε κι ένα φόρεμα λευκό, θαρρείς από μετάξι καμωμένο, που, ίδιο με αγγέλου ρούχο, πλούσιο κι αστραφτερό κατέβαινε ανάλαφρο από τον ουρανό μπροστά στα έκθαμβα και βουρκωμένα –απ’ τη χαρά– μάτια του…
White Angels