The Ocean

The Ocean Κάθομαι τσακισμένος, νοητικά αποκαθηλωμένος στον κύβο μου και από τα γκρέμια του κάτω βλέπω ένα… κύμα. Παρακολουθώ το φαινόμενό του και εναρμονίζομαι ταυτόχρονα με το ρυθμό του. Την κίνηση αυτή, την αέναη, που σκάει σε νοητούς κυματοθραύστες, επιστρέφοντας κάθε φορά από κάτω μου δριμύτερη για να σηκωθεί τελικά σαν αχνός, σαν χνώτο ρευστό ψηλά. Ναι. Πολύ ψηλά. Όσο το μάτι μπορεί να δει και ακόμα υψηλότερα. Εκεί που υπάρχουν τα τελευταία σύγνεφα. Τα όρια. Για να ενωθεί, να ανακατευτεί, να ζυμωθεί κι αφού ωριμάσει, να πέσει με μια βροντή κι έναν κεραυνό βροχή πάλι επάνω στον αιώνιο Ωκεανό. Το δικό μου Ωκεανό. Αυτόν που ανακάλυψα εδώ κι αποσβολωμένος κάτω από την επήρεια της χαύνωσής μου, θωρώ και προσπαθώ να καταλάβω. Να νιώσω και να βιώσω μέσα μου. Μέχρι και το τελευταίο μου κύτταρο. Το τελευταίο μου γεωμετρικό σύνορο, κι αν είναι δυνατόν, πέρα απ’αυτό το άτιμο που τελικά με ορίζει και συνάμα με περιορίζει. Με φυλακίζει και μου στερεί την ομορφιά. Την… άλλη μεριά, αν μπορώ να το πω έτσι και δε φανώ στους γύρω παρατηρητές ακόμα πιο λοξός, αλαφροΐσκιωτος. Γιατί την αλήθεια, κάθε φορά που πάω να νιώσω αυτό το κάτι το… λεπτό, το διάφανο, το αμόλυντο και τόσο μα τόσο ακριβό, πολύτιμο και δυσεύρετο, μου φιμώνει το στόμα, μου φέρνει φωνές στ’αυτιά και μου δείχνει μπροστά τί άλλο, από τα γνωστά άψυχα γυάλινα ντουβάρια. Από τη… σπηλιά μου σκέφτομαι. Συλλογίζομαι και φιλοσοφώ. Αναρωτιέμαι και αμφισβητώ. Ψάχνομαι κι εξερευνώ. Κοιτώ, παρατηρώ, νιώθω, αποφαίνομαι και τελικά… απογοητεύομαι. Τότε με κρίνω, με κατακρίνω και σαν άνθρωπος λυγάω κάτω από το βάρος των ίδιων μου των τρωτών σημείων. Μετά όμως, σηκώνομαι ξανά. Στέκομαι με το κεφάλι ψηλά, με τα πόδια μου να πατούν γερά το χώμα. Και γι’άλλη μια φορά θωρώ από κάτω τον δικό μου Ωκεανό. Επεξεργάζομαι τον αφρό, τον αλμυρό του προορισμό, το πεπρωμένο του να τιναχτεί ψηλά. Να εξατμιστεί και με μια ευγενική υπόκλιση στο Δημιουργό να πάει και να καθίσει σαν σκουριά στον ορίζοντα, κάνοντας τον έτσι με τη χειρονομία του αυτή πορτοκαλί. Μέχρις ότου να σβηστεί κι η μέρα ετούτη. Να κλείσει ο κύκλος και ξανά αναμονή για το επόμενο πρωί. Εκεί που όλα πάλι με την αυγή παίρνονται απ’την αρχή. Και… κάπου εκεί, σ’αυτόν το μεθυστικό ρυθμό, την αρμονική ταλάντωση και τον ανατολίτικο χορό του Ωκεανού με τον Ουρανό, να συνειδητοποιήσω πως τούτη η ευλογημένη κι άλλοτε αναθεματισμένη βροχή, είναι όμοια με τη δική μας… σκουριασμένη επανάληψη. Ναι, κάπως έτσι αποφαίνομαι τελικά πως γυρίζουμε ξανά και ξανά και ξανά στη ζωή. Σαν μια ταλάντωση. Σαν μια χορδή, που ενώ κάποτε κινήθηκε, μετά ήρθε και σώπασε. Έμεινε ακίνητη, έως ότου ένα χέρι μαγικό την πείραξε ξανά και άρχισε να τραγουδά, επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα. Τον κύκλο του ωκεανού, τον κύκλο του αφρού, τον κύκλο του σύγνεφου, τον κύκλο της βροχής, τον κύκλο της μέρας, τον κύκλο της αναπαραγωγής, τον κύκλο της ίδιας της ζωής.  Το σχήμα αυτό το Ω το συμπαντικό, που όσο περνούν τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες και οι μνήμες με τα χρόνια, ανοίγει και φουσκώνει σαν το μαγευτικό ωάριο, περιμένοντας υπομονετικά τα… εργαλεία και τα χέρια τα ικανά. Εκείνα, ουσιαστικά, που θα πάρουν στις πλάτες τους το βάρος απ’τα μυριάδες σώματα που για χιλιετηρίδες κυοφορεί, γεννά, κυκλοφορεί και ανακυκλώνει με κάθε άλλη βροχή πάνω στη μάνα Γη. Στο χώμα και τις θάλασσές της. Με την ελπίδα βέβαια, και την κρυφή -απ’τον Παντοδύναμο- ευχή, η επόμενη φορά να είναι επιτέλους και η οριστική. Αυτή, που ο αχνός, ο αφρός και τ’αλμυρό χνώτο δεν θα χωνευτούν. Δε θα βρεθούν, δηλαδή, ποτέ ξανά στο ίδιο κρεβάτι με τον Ουρανό, αλλά μέσα απ’τα πόδια του τ’ανοιχτά θα ξεγλυστρίσουν ξανά στο ίδιο κενό. Στο ανοιχτό παράθυρο σαν αγέρι καλοκαιρινό που ερωτεύτηκε, όπως νιώθω, έναν ελαφρύ ήχο με τ’όνομα φλοίσβο. Ναι, τούτη τη ξελογιάστρα την τριβή, που προκαλεί ανατριχίλες στο κορμί όταν την ακούς να τρίβεται, να γδέρνεται και να γλιστρά ταυτόχρονα πάνω στη στέρεη κι υγρή μορφή της δικής μας πραγματικότητας. Ναι. Εδώ κάτω που πέσαμε, όπως φαίνεται, αμέτρητες φορές, πάντα όμως με την ίδια διαδικασία. Της απόρριψης. Με την ίδια φορά. Ανάποδα. Με την ίδια φυσικά μορφή. Της ψιχάλας. Χτυπώντας και ξαναχτυπώντας το κορμί μας με ορμή και μια βροντή παρέα μέσα σε μια σκοτεινή, ασφυκτικά στενή οδό,  μέχρι τη στιγμή που ένα φως κι ένας δαιμόνιος κεραυνός μάς ξέβρασε στον αφιλόξενο Ωκεανό. Μας κατάντησε, εν ολίγοις, ναυαγούς του, χωρίς όμως σωσίβιο, σωστική λέμβο και τροφή, παρά μονάχα μ’ένα κουτί επιβίωσης χωμένο καλά μέσα στου νου μας τα… πελώρια κύματα.    Coming up next: Liquid Dream
The Ocean

Συνοδευτικό μέσο 1