Comfortably Numb
«Δεν μπορώ άλλο! Δεν αντέχω! Πονάωωω!», ούρλιαξε και αποκαμωμένος απ’αυτή του την απότομη εκδήλωση, για άλλη μια φορά… λιποθύμησε.
Το σώμα του ήταν ξανά παραδομένο στα χέρια ενός αλλοιωμένου Μορφέα, που σκοπός αυτού δεν ήταν να τον βυθίσει σε μια άσκοπη, παράλογη ονειροφαντασία ανεκπλήρωτων πόθων του, αλλά δια μέσου των ισχυρών αναισθητικών του να τον γυρίσει πίσω, στα μέρη τα γνωστά, σε αυτά που τον όριζαν, στα μεταιχμιακά εκείνα συστήματα που η θαλπωρή του αλώβητου τον άφηνε ήρεμο να χαίρεται, να λαχταρά και να επιθυμεί μέσω μιας ευχάριστης αναλγησίας, στην γλυκιά ουσιαστικά παραζάλη της νάρκωσής του, όλα εκείνα τα στάδια της διαμόρφωσης κι ανάπτυξής του. Και συγκεκριμένα την φάση που άφησε κάποτε τον εαυτό του στο σημείο το οποίο όρθιος στο αθόρυβο, στο ακέραιο, στο ασυμπίεστο υπερπέραν του μικρόκοσμού του, απολάμβανε με αγαλλίαση σε μια μήτρα το μεγαλείο της πραγματικής ανωτερότητάς του.
Στητός και τώρα, με μια παραλλαγή ωστόσο που θα έλεγε κανείς όχι και τόσο βολική, αλλά πλήρως στατική, παράδοξη και άκρως επώδυνη, όρθια στερεωμένος με καρφιά, ατένιζε ξανά αφ’υψηλού τον μακρύ, κακοτράχαλο και κατηφορικό δρόμο ενός αναγεννησιακού ξεπεσμού του, κοιτώντας μ’αγωνία έκδηλη στα μάτια, στις διεξόδους και τα περάσματά του, να βρει στον Γολγοθά την πιο σωστή, ίσως την πιο κατάλληλη ή λογική διαδρομή, για να ν’αποφύγει όλα εκείνα τα άκρως κακοποιημένα αντίτυπά του, τα οποία μαζεύονταν απειλητικά γύρω του σαν μια απόκοσμη αντάρα από περιπλανώμενη κατάρα και φαινόμενο διαθλαστικό σε πρόοδο από ένα σταυρικό μαρτύριο.
Βασικά τις αποκρουστικές του βιολογικές συλλογές, που σε κωδικοποιημένα γυάλινα βαζάκια ιδεών γεμάτα μέχρι πάνω με φορμόλη, δακτυλοδεικτούσαν τον εαυτό του μέσα τους να κολυμπά, να παλεύει με τα κύματα, να πνίγεται στα αίματα και να προσπαθεί ξανά και ξανά, πάνω σ’έναν δοκιμαστικό ‘καμβά’ ενός ανίδεου αλχημιστή, να κάνει τον νόμο του Μέρφυ πραγματικότητα. Να πάει δηλαδή κάτι στραβά, μήπως κι έτσι κατάφερνε στα κρυφά να γλιστρήσει σαν το δάκρυ που προορίζεται να πέσει απ’τη βαρύτητα της θλίψης στο πάτωμα. Ελεύθερος πια απ’τις πολλές καθέξην αποβολές του, αλλά κι απ’τον διάολο που έσπαγε κάθε φορά το ποδάρι του για να σφραγίζεται αεροστεγώς με κάθε πειραματική αποτυχία, η δική του ατομικότητα και μαζί της η μοναδική ελπίδα διαφυγής του.
Ένα εμπόδιο πάντα μπροστά για τον εαυτό του, ανίκανος σε κάθε του αναπαράσταση να το υπερπηδήσει, μιας και ο υψηλός φραγμός που του επέβαλε η επανάληψη της χρωμοσωματικής περιγραφής του, τον άφηνε καθηλωμένο από ψηλά να αφουγκράζεται τη λαχανιασμένη της αφήγηση. Να παρατηρεί τον κατερχόμενο ιδρώτα της προσπάθειάς της, ο οποίος κατέβαινε αργά τα γυάλινα τοιχώματα του φραγμού του, όπως ακριβώς οι σταγόνες της βροχής πάνω σε ένα τζάμι, προερχόμενος αυτός καθαρά απ’τον δικό του κοχλασμό, τον εσωτερικό του αναβρασμό, απ’την προσωπική του ανικανότητα εύρεσης μιας λύσης για να κατέβει στα χαμηλά, να λυτρωθεί επιτέλους απ’τα δεσμά, τα καρφιά, τα ακάνθινα στεφάνια του και με την οργή που θέριευε στις φλέβες του, να κατατροπώσει στην κοιλάδα των σκιών του κύβου όλα ετούτα τα πανομοιότυπα θεριά. Τις συνεχείς αναφορές του. Αυτές που καρτερούσε στωικά την στιγμή την οποία θα έβρισκε το κουράγιο ανοίγοντας επιτέλους το καπάκι, να’ρθεί και να ποδοπατήσει μια για πάντα την κάθε είδους επιστημονική καταγραφή του άρρωστου περιεχομένου τους.
Coming up next: The Ocean
Comfortably Numb
