Immortal
Κατέβα αν μπορείς εσύ για εμένανε μνημονικό μου θαρραλέο και πιστό, στα βάθη εκείνα τα απύθμενα της θύμησής μου, που δεν μπορώ, όσο κι αν προσπαθώ, ποτέ μου από δω να πιάσω, απλώνοντας το χέρι, πάτο. Και ξέρεις πολύ καλά για ποια μιλώ.
Να, για τούτα εκεί πέρα τα παλιά. Τα περασμένα, τελειωμένα, στης λησμονιάς τα ξεχασμένα. Για κείνα, που στου χρόνου τα γραφτά, βρίσκονται από πρόθεση απόκοσμα μουτζουρωμένα. Θαμμένα κάτω από στρώσεις στάχτης ατέλειωτων οστών. Κορμιών πανέμορφων και λυγερών που κάποτε πετούσαν όπως τα πουλιά, αποδημητικά κι ελεύθερα ν’ανοίγονται στου γαλανού ουρανού τα πέρα ξέφωτα.
Πάνω απ’τις λίμνες, τα σπαρτά, τα ανθισμένα ηλιοτρόπια και τα κελαρυστά ποτάμια. Καταμεσής στα μεσημέρια του καλοκαιριού, όταν ο ήλιος κι ο αυγερινός μαγείρευαν στα σύγνεφα και μοσχοβόλαγε παντού η μυρωδιά των φύλλων δεντρολίβανου. Κατάλαβες; Εκεί θέλω αν μπορείς να πας. Στο νύχτωμα αυτής μου της θολής, της αμυδρής ανάμνησης. Κάτω εκεί που υπάρχει όπως θαρρώ, με δάκρυα στο μούχρωμα από τη θλίψη, μονάχος του ένας καμβάς, εμένα τον κανένα να ψάχνει απελπισμένος. Ημιτελής, αλλά ακόμη ζωντανός, να περιμένει υπομονετικά, πιστός όπως ο φίλος σκύλος, πότε θα έρθει η μέρα αυτή που ο αφέντης θα γυρίσει στην δική του Ιθάκη.
Αυτό μονάχα σου ζητώ μνημονικό μου θαρραλέο και πιστό. Να ξεγλιστρήσεις, όπως η μπογιά πάνω στο μαλακό πινέλο, για να ολοκληρώσω εγώ από δω, την ύστατη στιγμή, την τελευταία αυτή σκηνή μαζί σου, που ξαπλωμένος κάποτε σε ρόδινα στρωσίδια, ρίχτηκα επάνω στη ζωή για να πιαστώ απ’τα μαλλιά της που ανέμιζαν την σιγουριά που αναδύει από τα ροδοπέταλα η ελπίδα. Γιατί όσα κι αν έριξα στον πάτο αγκίστρια, αδυνατώ ο άμοιρος όσο κι αν ψαχουλεύω να τη βρω στα σκοτεινά για να την ανασύρω. Να την ανακαλέσω έστω μια φορά για να την ξαναζήσω. Καθώς θα πρέπει όπως φαίνεται να έχουν περάσει από τότες χίλια χρόνια αδυσώπητα, σκληρά, γεμάτα ταραχή και αγωνία. Μ’ένα και μόνο δάκρυ μόνιμα να κάνει το σκασμένο πως διαρκώς αυτοκτονεί στην κόγχη του ματιού μου, έτσι και μόνο για να κάνει ότι με παίζει. Να κάνει πως με τυραννά αδιάφορα. Λεπίδα σκουριασμένη κάθε φορά που κάνω και μπροστά μου λέω πως την ανάμνησή της φέρνω. Λες και χρωστάω στο άτιμο μεγάλη χάρη, και πρέπει τελικά με κάποιο τρόπο να πληρώσω που την αγάπησα όπως φαίνεται από λάθος, και δεν μπορώ έτσι πια ελεύθερος να ξεψυχήσω.
Γι’αυτό λοιπόν πέφτω στα πόδια και ταπεινά από ψυχής ζητώ ποτέ σου εμένα μην ξεχάσεις. Θυμήσου με όταν βρεθείς στον πάτο και με δεις με χέρια και με πόδια σταυρωμένα. Διότι αβάσταχτα είναι τα καρφιά. Πονώ, το λέω και μοναχός μου κλαίω.
Δεν το αντέχω άλλο να τη σκέφτομαι και να την καρτερώ. Κι εγώ μετά πεθαίνοντας, το λόγο μου σου δίνω πως δεν πρόκειται να σε ξεχάσω. Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ εσένανε καλή μου θύμηση στο αιώνιο πέρασμα θα μνημονεύω. Αχάριστος ποτέ μου δεν υπήρξα εγώ. Παρά μονάχα αφελής. Ένας ρομαντικός κι εγώ Ουρανός που έκανε όπως βλέπεις το μέγα λάθος να πιστέψει με ψυχή στα λόγια και τις υποσχέσεις μιας άφαντης αγάπης με τ’όνομα ελπίδα. Ότι η ζωή που ζούσε δηλαδή δεν ήταν μάταιη, αλλά θα κρατούσε αεί αν πάλευε για χάρη της με τα λαγωνικά του Άδη. Κι αν έκανε και κέρδιζε στο τέλος τον μαυροφορεμένο Θάνατο, τότε αυτός και μόνο αυτός θα ήτανε στης Πανδώρας το κουτί ο… αθάνατος!
Coming up next: Here Comes the Alchemist Anesthetist
Immortal
