Doctor Death
Καλώς όρισες αγαπητέ μου… συνάδελφε, μεγάλε και τρανέ ψυχίατρε, της Βαβέλ εσύ μοναδικέ αδέκαστε ιεροεξεταστή. Καλώς ήρθες στα μέρη τα γνωστά που φτιάχνεται η γίδα βραστή. Σ’αυτά που από πάντοτε απέφευγες όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί σου βρώμαγε το λίπος και σου κάθονταν βαρύ στη μύτη τής σάρκας το χαρμάνι.
Πέρασε μέσα στα παρακατιανά. Ευπρόσδεκτος είσαι στα δικά μου τιποτένια. Έχω κρασί σπουδαίο να σε φιλέψω. Από σοδειά φθηνή, σταφύλι σαπισμένο, που τσαλαπάτησα τον μούστο του και βγαίνει από τότες πικραμένο.
Χολή απ’το δικό σου το συκώτι αστείρευτη κερνώ. Σαπούνι να πλυθείς απ’τον χειρότερο όλων πάτο. Χαρίζω αψέντι ισχυρό κι αθανασία. Ελευθερία της ψυχής με μια του σώματος ευθανασία.
Έλα, λοιπόν, λαμπρό μου εσύ καμάρι. Εδώ, στο λάκο τον τρισάθλιο και βρωμερό. Στο τελευταίο της αυτοκρατορίας σύνορο, στον ύστατο σφιγκτήρα. Στο μέρος που μαζεύονται λογιών τα κατακάθια. Όλα του κόσμου τ’άχρηστα, όλα τ’απόβλητα και μολυσμένα. Όλα εκείνα που εγώ δεμάτια από σάβανα τα κάνω και τα σφίγγω με σκληρό ζωστήρα.
Και δεν στο κρύβω πως λυπάμαι που σε βλέπω σε αυτά τα μαύρα χάλια. Λυπάμαι ειλικρινά, που έφτασες στο μέρος όπου καίω τα ρεμάλια. Θρηνώ, πενθώ και σαν κοράκι από κάρβουνο φτιαγμένο, τα δάκρυά μου χύνω επάνω σου πετρέλαιο για προσάναμα σε τούτο το ακραίο της ζωής κατώφλι. Καθώς χαμένος κυριολεκτικά εσύ, στα μάτια μου φαντάζεις εύθραυστος σαν του αυγού το τσόφλι.
Κι αναρωτιέμαι τώρα που σε βλέπω από κοντά, τώρα που η αλβουμίνη απ’το ασπράδι σου έσφιξε και τα φτερά της λεκιθίνης σπάσανε σ’αμέτρητα κομμάτια, πώς ήρθα κι εγώ μαζί σου απ’τη ζέστη και μετουσιώθηκα. Πώς έγινε εγώ ο… Δόκτωρ Θάνατος, θωρώντας σε, να σκιάχτηκα.
Εγώ που είμαι της καταπακτής ο άρχων. Της διαστολής ο αφέντης. Εγώ που είμαι της φωτιάς ο κύρης και της σορού σου ο επίσημος συνθέτης. Εγώ που ορίζω της Βαβέλ το πύρινο κλουβί. Ο υπεύθυνος για να πατά στην ώρα του το κόκκινο κουμπί. Αυτός που έτσι απλά σε περνά στην άλλη διάσταση λουσμένο μες τη στάχτη.
Μάλλον θα φταίει η άγρια μορφή, η αλλόκοτη ύπαρξή σου. Αυτή που μοιάζει να τραβά απόκοσμο, σε μένα, φράχτη. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Σε άγνωστο χωράφι ξάφνου βρέθηκα. Σκιάχτρο μπηγμένο εγώ, που όλα γύρω του αναίτια μαραζώνουν.
Νεκρά στο μέρος μου πλησιάζουνε γιατρέ τα ξεχασμένα. Κατάχαμα σέρνουν τα κουφάρια τους για μένα, και μέσα από το μάταιο, ανατριχίλες πάνω μου απλώνουν.
Μα μη στεναχωριέσαι εσύ για τούτο που σε μένανε συμβαίνει. Μη μου χαλάς εσύ το όνειρο που πάω με κόπο να σου φτιάξω. Όσες φοβέρες κι αν μου προκαλείς, εγώ αμετακίνητος θα μείνω. Στη θέση μου ακλόνητος ο καρβουνιάρης. Ακούνητος εδώ, της λαίλαπας φρουρός, που να το ξέρεις ζωντανό θα’ρθώ όπου να’ναι να σε κάψω.
Αυτή την οδηγία έχω μωρέ. Αυτή την εντολή από ψηλά. Από διευθύνσεις ισχυρές κι από ανώτερα κλιμάκια. Αργά και βασανιστικά μού είπανε να σε τελειώσω.
Μέσα σε ουρλιαχτά ατέλειωτα το τελευταίο… ποίημά σου επαναστάτη ν’αποτεφρώσω.
Κοίτα λοιπόν τα μάτια μου. Κοίτα με προσοχή την άβυσσό τους. Δες τις φωτιές που αιώνια μαίνονται στου Δάντη τις κολάσεις! Δες, δεν είναι πια για σένανε ληστή διπρόσωπε τίποτα, με μια ανάσα μόνο να τις πιάσεις!
Coming up next: Tunnel Vision
Doctor Death
