Dream Within A Dream

Alexandros Senarelis-Sinaris

Όταν το Εγώ αρχίζει ολοένα και περισσότερο να κάμπτεται από το αβάσταχτο βάρος των περιστάσεων, όταν δεν μπορεί ν’αντέξει άλλο το βαρύ φορτίο της αποτυχίας και τσαλακώνεται άσχημα, όταν συνθλίβεται σαν το σκουλήκι κάτω από ανείπωτες στιγμές αδυναμίας, ώρες φριχτής ψυχοσωματικής καταπόνησης, ατέλειωτης αγωνίας κι αγκομαχητών στρέβλωσης, όταν κανένα γιατρικό, ειδικός και σύμβουλος δεν δύναται να το λυτρώσει, να το απαλλάξει απ’το μαρτύριό του και διαισθάνεται πως κοντοζυγώνει πλέον η στιγμή της αποδοχής, της πικρής αλήθειας, της παραδοχής ότι έχει απομείνει φτωχό, γυμνό, μη αναστρέψιμα τρακαρισμένο, ανίκανο κι ανήμπορο, με δύο στοιχεία μόνο για να πορευθεί, μάλλον καλύτερα να συρθεί για το υπόλοιπον της ζωής του, τότε μέσα απ’αυτό το μεγαλείο τρόμου, το ψυχομαχητό της παραζάλης, της ανείπωτης τρέλας, της μάταιης αντίστασης, της άρνησης και της άνευ ουσίας και σημασίας επανάστασης προς το απτό, έρχεται δια μέσου του ιδρώτα και της απόλυτης λιποψυχίας, μία ακόμη πολύ κρίσιμη στιγμή.
Μία καμπή πίστης στον παραμορφωμένο ορίζοντα γεγονότων, μία για το Εγώ –θα έλεγα– λαμπρή σκέψη, μία του πνεύματος του πονηρού και όχι του λογικού αναλαμπή, μία από μηχανής επιφοίτηση, μία διαθέσιμη, ευκαιριακή και πάνω απ’όλα βολική λύση, αυτή του να πέσει στα γόνατα και με τα χέρια ψηλά, ως παρακατιανός προσκυνητής πια και όχι ως τέως βασιλιάς, ν’αποτανθεί γι’ανάταση, για βοήθεια σε αποθέματα μνήμης που έχει καλά φυλαγμένα στο υποσυνείδητο. Σε δυνάμεις εσωτερικές και διπλοασφαλισμένες που έχει μάθει απ’όταν ήταν ακόμη μικρό και άγουρο, πως δεν υπάρχουν άλλες, μεγαλύτερες απ’αυτές.
Έρχεται, με απλά λόγια στο Εγώ, η φαεινή ιδέα ν’αναζητήσει ως ο πρώτος όλων, ο βιβλικός καιροσκόπος, ένα δάνειο συνειδησιακό από πηγές αστείρευτης αγάπης, συγχώρεσης, ευσπλαχνίας κι ελεημοσύνης. Του έρχεται το γνωστό σπορ και μαζί το έμφυτο ταλέντο, αυτό του να συνδιαλλαχτεί με δικές του και μόνο προσωπικές συνδέσεις, με παρακάλια και προσευχές, δάκρυα και αναφιλητά, εξομολογήσεις και κεριά, τάματα και κραυγές γεμάτες απελπισία, άκου τώρα, με το Θείο, το Άγιο, το Αγαθό, τη Φύση, τη Πηγή, το Αληθινό, το Άκτιστο, τον Λόγο, νομίζοντας έτσι πως με την άρον άρον άτυπη συμφωνία και στη ζούλα είσοδό του στις πύλες του παραδείσου, στα άγνωστα πεδία του υπερβατικού, του άβατου και τις αόρατες συχνότητες του υπερφυσικού, θα δώσει στα μουλωχτά λύση άμεση, θα ανακάμψει στα κρυφά χωρικά, θα αποκτήσει ξανά μέγεθος κι αξία, θα φουσκώσει απ’το πουθενά, θ’αποκτήσει εν νυκτί δυνατότητες που δεν είχε ποτέ του φανταστεί, άπειρες ελεύθερες επιλογές από διαθέσιμα αλά καρτ μενού, ένα μέγα θαύμα κοντολογίς εξ ουρανού που αναζητεί διακαώς, απεγνωσμένο, για ν’αντιστρέψει ως δια μαγείας την ολική καταστροφή, το δυστύχημα στο οποίο έχει περιέλθει, αυτό του να κείτεται μικρό, σουρωμένο, σταφιδιασμένο, καμένο, σχεδόν ανύπαρκτο, μαύρο και νεκρωμένο.
Γεγονός, βέβαια, που δεν υποδεικνύει ουδένα σεβασμό στο Δημιουργό, αλλά αντιθέτως φανερώνει περίτρανα το αλαζονικό, αποκαλύπτει το υποκριτικό, το συμφεροντολογικό, ξεσκεπάζει το προσχηματικό, το άτιμο του χαρακτήρα του, το αμάρτημα ετούτο που διαθέτει και δεν λέει με τίποτα να κάμψει, δεν λέει επουδενί να κάψει, να εξαλειφθεί, παρά τις απίστευτες, τις τρομαχτικές βαρυτικές δυνάμεις σκότους που ασκούνται επάνω του και το πλακώνουν με μια πυρακτωμένη λάβα φτιαγμένη αποκλειστικά απ’οξυγόνο και λιωμένο άνθρακα.
Μια πράξη, ωστόσο απ’την άλλη, που εμπεριέχει καλά ενσωματωμένο και τον παράγοντα πλάνη, κι αυτή όχι φυσικά προς το Θεό, αλλά προς το ίδιο. Το Εγώ, δηλαδή, που πλανάται πλάνην οικτράν, αφού αδυνατεί να καταλάβει πως τέτοιου είδους συμπεριφορές άλογες, δεν πείθουν τα Άγια, αντιθέτως, τ’αηδιάζουν μέχρις εσχάτων, καθώς τους θυμίζουν ξανά και ξανά, με κάθε μετάνοια και ψευτιά, τον πονηρό Ιούδα. Τον προδότη κάθε αξίας, κάθε ιερού και όσιου, που κρεμάστηκε για να προλάβει να κατέβει πρώτος στον Άδη, πριν κατέλθει ο Κύριος, για να ελευθερωθεί έτσι κι αυτός μαζί με τους προπάτορες.
Δυστυχώς, όμως, για τον Ιούδα και κάθε άλλο εγωιστή της γης Ισκαριώτη, η ιστορία πήρε διαφορετική τροπή και λέει πως δεν πήγαν τα πράγματα όπως τα είχε υπολογίσει. Έμεινε κρεμασμένος επί τρεις ολόκληρες ημέρες να περιμένει και να περιμένει την… άδεια. Βρέθηκε προ εκπλήξεως ν’ασφυκτιά, με τα μάτια πεταγμένα να μελανιάζει και να πνίγεται μέσα στα ίδια του τα σάλια και τα πνιχτά μουγκρητά. Αυτόχειρας ουσιαστικά στην ίδια του την αθλιότητα. Το άγριο βασικά που λαχταρά μοναχά κοιλιές καλά πληρωμένες, χορτασμένες, πρησμένες, πέρα για πέρα τυμπανισμένες και πολύ βαθιά νυχτωμένες. Κι αυτό γιατί καταστάσεις ασφυξίας, υποξίας και πνιγμού, θυμίζουν εκτός από τον Ιούδα που ονειρεύονταν απ’τη θηλιά να γλιτώσει και το Εγώ που κρέμεται κι αυτό από σταυρούς φορεμένους στο λαιμό μπας και τοιουτοτρόπως ανακάμψει, και διεργασίες αφύσικης ανάπτυξης μάζας και ανώμαλης δημιουργίας όγκου.
Το Εγώ αφού δημιουργηθεί, αναπτυχθεί, ριζώσει γερά στο σώμα, εδραιωθεί για καλά στο νου και τέλος αποσκιρτήσει, όταν θα έρθει η ώρα του εκ των πραγμάτων να καεί, μετά μες τα εγκαύματα δεν ψάχνει σαν ζητιάνος για Θεό. Όχι. Τον εαυτό του αναζητά τον πρότερο. Αυτόν και μόνο θέλει πίσω. Την φυσική αδράνειά του. Την αντίσταση προς κάθε μεταβολή της αυξητικής του κατάστασης, που το τραβά όπως ακριβώς το άγριο άλογο που κάποτε έσυρε το ένδοξο κορμί του απάνθρωπα βασανισμένου από Τούρκο πασά, Νεομάρτυρα Ιωάννη!
Dream Within A Dream