Canvas
Ηλιοτρόπια ήθελα να’ξερα πού μπορούν τα χέρια μου να σκάψουν της γης το χώμα μια λεγεώνα
Κάθε που βραδιάζει στον ουρανό αστέρες φυσούν τα μαλλιά μου θύσανοι στο έλεος ενός μουσώνα
Ενός κυκλώνα και τυφώνα η βοή αλλάζει με μια μου λέξη βρίσκομαι να περπατώ σε αμπελώνα
Έρημο ειν το τοπίο άγριο θεριό ανήμερο ο νους ξυπόλητος ονειρεύεται σε ξένο ορυζώνα
Σύγνεφα μαζεύονται γιομάτα φορτία ηλεκτρικά φαινόμενα έλξης ξαπλώνουν σε κοιτώνα
Παρακμιακό το όνειρο βγαίνει αληθινό και απωθείται μες απ’το κλουβί ενός περιστερώνα
Το λευκό πουλί βουτάει μια ιδέα στο νοητό κατεβαίνει αργά το βράδυ ένα σκαλί ασυνείδητο
Ορίζεται και περιορίζεται σ’ένα λαβύρινθο τού Δαίδαλου φτερά κέρινα φευ το υποσυνείδητο
Σα φιλμ φωτογραφικό απορροφάει το μαύρο κυριαρχεί μία παλίρροια η σελήνη μονοπωλεί
Ο μαγνήτης τραβάει κατά κει πέφτει άσε βροχή κι ένα δάκρυ ξεπροβάλλει ο ήλιος αναπολεί
Αναρωτιέμαι γιατί η πυξίδα στριφογυρίζει στο μυαλό τί στο καλό μια μου σκέψη εξετράπη
Μες τη λάσπη τσαλαβουτάει τα πόδια η μαϊμού κι ένα παιδί σώζουν δες ψυχή από αγάπη
Γινήκαν εγκλήματα και καλά στο όνομα τού Ιησού τα καρφιά αποτυπώματα δαχτυλικά
Είναι όλα τους γεωμετρικά ανόμοια φτιαγμένες οι σπείρες της ζωής σού το λέω φιλικά
Όσο κι αν βιδώνεις στην κλειστή στροφή σε περιμένω αλήτη με είπες κάποτε δεν το ξεχνώ
Ποτέ μου τ’άλογο το φτερωτό σε πάει Περσεφόνη κάτω ο Θεός αρματωμένος σαν τον αχινό
Στα βράχια καρτερά το αυστραλιανό ρεύμα φέρνει λογιών τα ψάρια κοιμούνται σε κοράλλια
Αναπτύσσεται ζωή χιλιάδων ετών οροσειρά απ’τον αρκτικό ωκεανό ξεκινούν τα Ουράλια
Της αχανούς Ρωσίας η Σειρήνα παραληρεί απ’τον πυρετό η Πηνελόπη υφαίνει σ’αργαλειό
Σαγηνεύει το γαλάζιο των νερών δες το πράσινο παραμιλώ το υφαντό Οδυσσέα είναι παλιό
Το κόλπο σε προσελκύει τ’όμορφο εδώ να πω απατηλό φτερό και ονειροπαγίδα η γοητεία
Που κρύβεται στο λάθος αχ επιρρεπής ο νους κινδυνεύει με θάνατο παραμονεύει η λατρεία
Σε κάθε αόρατο κάλος υποκύπτει η λογική υποπίπτει σ’αστοχία εγκεφαλική ή ραδιενεργή
Είναι η επίπτωση που εμπίπτει σε ό,τι πλανάται στον αέρα τ’οξυγόνο επικρατεί και ενεργεί
Μια σφαίρα περνάει σαν τη βελόνα τρυπάει το κορμί πονάει και λυγάει μπρος σε μια ερινύα
Χθόνια θεότης κυνηγά η τραγωδία το αίμα τ’Ουρανού κατακλυσμός του Νώε παρ κι ερμηνεία
Σκάλωσε στ’όρος Αραράτ η Κιβωτός τής φύσης έρημος κι αντικατοπτρισμός ο κύβος ερρίφθη
Στο κεφάλι τού Ρούμπικ όλα τα χρώματα άγνωστο πώς μια όαση μού λέει το μήνυμα ελήφθη
Αληκτώ παλεύω τη Μέγαιρα ν’αποφύγω το κακό μέταλλο που λιώνει αεί σ’εξώτερα χυτήρια
Πυρ η Τισιφόνη κι εμπλοκή στου κόσμου τα μυστήρια η απεμπλοκή ειν μικρή μα σωτήρια














