Dreamscape
Χρονοκάψουλα θαμμένη η πληροφορία πως ο κόκκος ρυζιού είναι όρκος σιωπής για τον Βιετκόνγκ
Η αλήθεια ένα λαγούμι αρουραίου φτωχού κώδικα πηγαίου εκτελείται από μηχανής Κινγκ Κονγκ
Γορίλα εσύ φταις μη κλαις απ’τον ξυλοδαρμό το τρίχωμα κάτσιασε απά στο σβέρκο μιας σαχλής
Η γούνα σου βρομάει χασίς όπου κανείς δεν τόλμησε να βγάλει άχνα στο πιράνχα με τίτλο Αλής
Ναι θυμάμαι κάποτε της αυλής ο συμβολισμός ανοιχτό τοπίο χωρίς φράκτη οι ιδέες πολλές
Σοφές ρωγμές ανοίχτηκαν στα χρόνια σωρός στοές και στις ερυνίες χοές που έμειναν θολές
Στροφές οι φωνές γυρίζουν μιας γραφής ο νταής πουλάει φύκια πες την αλήθεια αντρίκια
Εσύ της δραχμής ο θρασύς ξεχνάς πως η εφαρμογή δεν είναι χασταρώματα από γκανίκια
Μήτε κασμάς της γης αγάς στουρνάρι και φυγάς μη με ρωτάς βρε συ Εγώ είσαι επιστάτης
Κι εφιάλτης που είδα ο άλτης ποιητής σ’ένα μου δίστιχο γυρνώ από τρυγητής σε αποστάτης
Πρώτος παραστάτης εγώ γυρνώ την κεφαλή στην πραγματικότητα αφελή κοιτάς μια έδρα
Της δικής σου αλήθειας σημείο μοναδικό στο σύμπαν αδιάστατο κακό ακρογωνιαίο κι ενέδρα
Στους πολυδιάστατους χώρους η γεωμετρία διατεταγμένη αντίληψη διαταραγμένη η φαβέλα
Της γεωμετρίας κοσμοθεωρία και φιλοσοφία Πλατωνική τ’αμέριστα σκόνη εν ριπή η γαζέλα
Μια ομορφιά από τη δική μου οπτική γωνιά η ποίηση είναι νόηση και η επιστήμη γνώση
Η πολικότης δύναμη ισχυρή απάνω σ’άξονες προσεγγίζει ανεμοστρόβιλος το όλον θα σαρώσει
Τον κάθε επί γης εισβολέα τής φύσης παρείσακτε δεν μπορείς τί να πεις μπάστα λες ψέματα
Όχι σε μένα ψεγάδι δεν θα ρίξεις παραγάδι παράνομο ρημάδι διακινείς στα κρυφά βλέμματα
Πονηρά φωνάζει σ’ερημιά μια φιγούρα οπίσω μου σ’έχω σατανά είσαι το πρόβλημα είναι άλυτο
Κάθε φορά βορά στον άνεμο κόντρα η παντιέρα σκισμένη σκιά σ’αμμόλοφο απά ένα σώμα παράλυτο
Κουφάρι άπλυτο το δύστυχο πού είναι μόνο να’ξερα το επόμενό μου δίστιχο κλεισμένο σε ερμάρι
Ανθρώπινο σαφάρι γίνεται στα μύχια η σαβάνα ψύχεται και λιώνει μαζί σ’ένα κοκτέιλ από θυμάρι
Φυτρώνει στη ράχη μια κεφαλή νεκρή εποχή στα μέσα τού Γενάρη στηρίζεται σ’ένα και μόνο ποδάρι
Καχεκτικό καλάμι μα το μπράτσο γερό δες σαπίζει στ’άκρο η λαβή ανατριχιαστική κρατά αεί δοξάρι
Ειν ο μαστός μονάχος ο δημιουργός μια πόλη ανάκατη σε φόντο κόκκινο τα σύγνεφα μιαρό κουρέλι
Απλωμένο στα πέρατα ζουν μυαλά τέρατα οι φύλακες τ’ουρανού γεννούν αντίθεση αθώα το κουνέλι
Απ’το καπέλο πηδά μια ιδέα είχα κι εγώ που χάθηκε θαρρώ το άγαλμα στέκει περήφανο σκουπίδι
Που σέρνει σώπα μια λαχτάρα βροντά αχ ξεπέφτει τόση μπογιά στη γη γίνηκε η ζωγραφιά μουσκίδι
Με το που ράισε η συνοχή σκόρπισε δέος και κομμάτια τσόφλι πες κατώφλι ο καταρράκτης των αγγέλων
Η ζωή μια μήτρα από ξανθούς νευρώνες ανθίζουν ανεμώνες ιριδίζουν οι πυλώνες ένας ήλιος ανατέλλων
Αψηφά τ’απομεινάρια σκελετοί πέτρινοι πια στέκουν καταμεσής πελάγους κέρινοι οι ουρανοί σταλάζουν
Λύπη και στέγης έλλειψη σελήνης έκλειψη χρυσή τροχιά φωτός κι αμνού τομή βαθιά οι σκιές βελάζουν
Και σφαδάζουν αφού ρημάζουν όνειρα ωριμάζουν σ’όνειρα κακόμοιρα οι λέξεις μιας σκέψης πλέξη
Σφιχτή σαν δίχτυ η σιλικόνη απλώνει μια φωτιά παίρνει ο καμβάς πυρήν σε σχάση και σε φέξη
Η ποίηση τού νου έκφραση ειδώλου ανάκλαση γυαλιού προέκταση βυθού παραβολή Χριστού το φως
Σχηματισμός αρχιτεκτονικός βωμός τα μάτια θραύσματα συμμετρικά κατάγματα στα κάτοπτρα ο σοφός



















