Anyway
Ισχυρή επιβράδυνση ρυθμού θα ήταν αυτή που ακούστηκε να έρχεται από τα βάθη της καρδιάς μου. Συγκεντρωμένα ουρλιαχτά απ’το καυτό καουτσούκ του μυοκαρδίου μου, που πάνω στο φρενάρισμα βρήκαν την ευκαιρία να ξεχυθούν αλλοπαρμένα στην υγρασία των χνώτων της αναπνοής μου, με σκοπό να’ρθούν στ’αυτιά μου και για ένα τέλος, λέει, να μου μιλήσουν.
Σας το λέω πια με σιγουριά. Και πιστέψτε με, καμία αμφιβολία δεν υπάρχει μέσα μου γι’αυτό. Η άχαρη, σπαστική, παραλυτική στάση της συνείδησής μου, ούτως ή άλλως στα μάτια σας από μόνη της τ’ομολογεί, παραδέχεται και συμφωνεί, κλαίει και περίτρανα σάς το αποδεικνύει. Το στραπατσάρισμά μου αυτό, ακόμη ένας οιωνός σε ένα χαροκαμένο φορείο, πατημένος απ’ την αδιαφορία σας να πιστεύει ακράδαντα πως σύντομα θα πραγματοποιηθεί. Τι αστείο και τραγικό! Κωμωδία και τραγωδία μαζί! Ανεξίτηλος, πάντως, δεν θα μείνει. Ειρωνικό, αλλά σάς το υπογράφω. Μυριάδες άλλες επιβραδύνσεις θα έρθουν για να τον επικαλύψουν. Από πάνω απ’ το κορμί μου θα περάσουν, θα ξεφωνίσουν, κι αφού για τα καλά τον ποδοπατήσουν, στην συνέχεια μαζί του θα με εξαφανίσουν. Το’χω ξαναδεί άπειρες φορές στα μάτια μου το ίδιο έργο ετούτο να συμβαίνει.
Και μετά, είναι κι αυτή η βροχή. Αχ, αυτή η βροχή. Ατέλειωτα ποτιστικά μοιρολόγια που από τον ουρανό θα πέσουν για να τον ξεπλύνουν, τα δικά μου δάκρυα ν’ απομακρύνουν, την αποστροφή από το πάτωμα όπως-όπως παρασύροντας για σας να μετριάσουν. Γιατί όπως το βλέπω, και τώρα για ακόμη μια φορά ένας παρόμοιος κύκλος ολοκληρώνεται. Τ’αναλώσιμα, φθηνά κι ασήμαντα υλικά της πλάσης, ξανά ανακυκλώνονται. Σε βίαιη και αγωνιώδη εξάλειψη υπόκεινται. Σε λερωμένους κάδους απορριμμάτων τον επιθανάτιο ρόγχο με το ζόρι να ρουφήξουν.
Ωραία λοιπόν, από δω και πέρα τι γίνεται; Το ότι δεν είδα στο τούνελ το φως να έρχεται ή αν θέλετε μού ξέφυγε προς στιγμήν το ανεπαίσθητο φεγγοβόλημά του, δικαιολογήστε μου τουλάχιστον πριν το τέλος το σφάλμα μου αυτό. Στο… δρόμο όσα χρόνια και να περπατάς, κατάλαβα πως δεν υπάρχει η περίπτωση μια μέρα να μην σκοντάψεις. Βλέπετε, ο δόλιος παρ’ όλη την εμπειρία μου, παρασύρθηκα. Τα κουρασμένα μάτια μου απ’τα δάκρυα με πρόδωσαν. Ο φακός τους από χρόνια ήταν γραφτό σπασμένος να τελειώσει. Έτσι, έπεσα όπως φαίνεται και ράγισα ανεπανόρθωτα τον σκουριασμένο σκελετό μου.
Λανθασμένη εκτίμηση δυνατοτήτων θεωρώ πια, σε μια άγνωστη του κύβου για μένα γωνιά. Τι κρίμα. Σε σκοτεινό σταυροδρόμι της βρήκα ο ρομαντικός να καταλήξω! Και ρωτώ όλους εσάς, τα μάτια σας τα περαστικά, ετούτα που με απέχθεια με κοιτάνε, και πίσω από τα θαμπωμένα τζάμια της γεωμετρικής κατασκευής βρίσκουν το χρόνο με τα χυμένα έντερά μου να γελάνε, γιατί το κάνετε αυτό, όταν στην ουσία η άμορφη μάζα κρέατός μου σας χαλάει, ε; Μήπως η απτή πραγματικότητα ηχεί σαν δυνατό χαστούκι στην οντότητά σας, αναγκάζοντάς την από τον συντονισμό, σαν διαπασών κάθε φορά, ακατάληπτα να παραμιλάει; Δεν ξέρω.
Άραγε, σε ποιόν λογικό θ’άρεσε ρωτώ ν’ ακούει αντί για μουσική, τ’αγωνιώδη αλυχτίσματά μου, που λες και στάλαξαν από την άλλη μεριά, με σκοπό να’ρθούν απ’την αντίπερα όχθη τη σορό μου να θρηνήσουν; Και πάλι δεν ξέρω. Πάντως, κι εμένα το θέαμά μου για μια στιγμή με χάλασε. Η συνήθεια, όμως, αντιλήφθηκα πως ήταν και είναι για όλους ο μεγαλύτερος γιατρός. Το δυνατότερο αναισθητικό καταστολής των βίαιων γεγονότων. Χρυσό κλειδί για τον παράδεισο απ’την μια, με φθηνό αντικλείδι για την άβυσσο απ’την άλλη, που, σαν φωτογραφικό ενσταντανέ, ξέφυγε από τις σελίδες ενός κοσμικού άλμπουμ και ξέπεσε απ’την επίμονη θωριά μου στο δικό σας το ηλίθιο κεφάλι.
Γιατί αν δεν το ξέρετε ακόμα, όσο ο άνθρωπος κοιτά, τόσο πραγματικά συνειδητοποιεί ότι δεν βλέπει. Ασυναίσθητα απαξιεί και σε αδράνεια βαθιά απ’την λήθη πέφτει. Κώμα ιδανικό, βολικό και άνετο για να κουρνιάσει. Το αδέσποτο αερικό μου, με την απόχη του για άλλη μια φορά απ’τους διαδρόμους της Βαβέλ ν’αρπάξει. Τις γωνίες, τις ευθείες και τις έδρες των βρυχηθμών, με τ’ασαφή, τ’αόριστα και τα αφηρημένα που ασφυκτιούν, αναστενάζουν σε θαλάμους αερίων που από ανθρώπου τα χέρια είναι φτιαγμένοι. Κι εγώ παράταιρος σε όλα αυτά, τ’ ανούσια και τα ευτελή τής δικής σας κτηνωδίας, σαν ένα σκουπίδι που αδέσποτο γυρίζει, την αληθινή αξία μου αναζητώ.
Τέλος πάντων. Ένας κανένας ήμουν όλον αυτό τον καιρό. Πείραμα εφήμερο, που αναίτια στ’οριζόντιο επίπεδο που όλοι εσείς πατάτε και κινείστε πάνω, φθίνει!
Coming up next: The Devil All The Time
Anyway
