μαθηματικά… ?
[μαθη] ματι [κά] → μάτι
μαθημα [τικά] →μάθημα
μαθη [μα] τικά →μαθητικά
μα [θη] μα [τικά] →μαμά
→μάτι: μου, συνείδηση – NCC, the eye of the beholder
→μάθημα: εκπαίδευση, διαδικασία – process
→μαθητικά: χρόνια, νοητική εμπειρία (M)e, ανάμνηση – memory
→μαμά: πληροφορία, In – formation
In – formation
Dimitra
